Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ


Το λεπόν, όσοι δεν το ξέρετε μέχρι τώρα, μάθετέ το, δεν μένω πια Κρήτη, αλλά αλλού κι αλλού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά λείπω από την Κρήτη εδώ και τρεις και βάλε μηνάκους. Τώρα μπορείτε να πάρετε το κομπρεσσέρ και να λειάνετε απαλά-απαλά τ' αρχίδια σας από τη χρησιμότητα αυτής της πλεροφορίας.

Το ξαναλεπόν, πριν κάνα μήνα με είχε πάρει τελέφωνο μια καλή φίλη και μου λε ότι παντρέ. "Γουάου" της λε και 'γω, "να ζήσετε και στα δικά μας εμείς που δεν έχουμε σημάδια βέρας τα καλοκαίρια".
"Είσαι καλεσμέ ρε μαλάκα" μου λέει ξεδιάντροπα.
"Μα δεν είμαι Κρήτη" της κλαψουρίζω.
"Στ' αρχίδια μου" με λέει (άκου τρόπους ρε μαλάκα) "θα κατέβεις, αλλιώς θα σου περάσω την ανθοδέσμη στον κώλο να κάνεις το ανάποδο βάζο" και μου πετάει με αυθάδεια την ημερομηνία, την ώρα και το μέρος του μυστηρίου και μου το κλείνει.

   Πηγαίνω που λέτε στα χτελ πριν τέσσερις μέρες να πάρω το λεωφορείο που θα με πήγαινε ντουγρού στο πλοίο για το νησί.
Μέχρι πριν έρθει ήμουνα κουλ και βλέποντας ότι δεν περίμενε πολύς κόσμος χάρηκα. Όταν όμως ήρθε το λεωφορείο αντίκρισα με τρόμο ότι ήταν ήδη γεμάτο φίσκα ΚΑΙ δεν θα είχα θέση να κάτσω ΚΑΙ ήταν όλοι Κρητικοί εκεί μέσα.

Πάγωσα...

Είχα πολύ καιρό να συναναστραφώ με συντοπίτες μου και αυτό μου είχε κάνει καλό. Είχα χάσει και δύο κιλά, αλλά ένα λεωφορείο στριμωγμένο με κόσμο που μιλούσε και "κχι", "κχε" (προφέρεται ως αγγλικό "ch") και "ζγα" (το τελευταίο προφέρεται όπως το γαλλικό "Ζαν" (Jean, γιατί εμείς στην Κρήτη μιλάμε τη βοσκική διάλεκτο με προφορά Βουργουνδίας), άρχισα και ίδρωνα σαν πρώην στρατιώτης στο βιετνάμ με ψυχολογικά....Παναγία μου και Χριστέ μου λέω, να τελειώσει γρήγορα και να μην κολλήσω τίποτα.
Ευτυχώς ο κόσμος στο λεωφορείο δεν είχε καταβολές από την Επαρχία Τσομπανίας, οπότε δεν είχαμε καφριλίκια και κομπολόγια σαν αλυσίδες τανκς. Μην με παρεξηγήσετε. Την Κρήτη την αγαπάω. Με τους περισσότερους Κρητικούς έχω το πρόβλημα.
Τέλος πάντων, με τα πολλά φτάνω στο πλοίο, αγοράζω εισιτήριο και επιβιβάζομαι στην κοντινότερη θέση με πρίζα για το λάπτοπ.

   Σκάω στο λιμάνι και βλέπω στην προβλήτα ένα υπέροχο μιλφάκι!!!
"Μάνα" της λέω και έρχεται και με αγκαλιάζει.
Πάμε σπίτι.....ώπα ξέχασα....στο πλοίο μίλησα και με το μωρό, που πλέον είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, αυτή και η Τρομερή Παντόφλα της που κάνουν παρέα στο μοναχικό μου κεφάλι κάθε που θα πεταχτεί μαλακία.

Φτάνω σπίτι κουλουπού, ξανακουλουπού και τσουπ, βραδιάτικα με παίρνει τηλέφωνο η μέλλουσα νύφη να μου πει να έρθω για ρακές με τις φίλες της σε κανένα πολιτιστικό κουτούκι.
Ξαναΐδρωσα μα το Βούδα και το συκώτι μου, τ' ορκίζομαι, βαρούσε κλωτσιές στο σπλήνα και με απειλούσε πως αν δεχόμουν η επόμενη θα πήγαινε στ' αρχίδια.
Το αγνόησα και διπλωμένος απ' τους πόνους μπαίνω στ' αμάξι.
Φτάνω στο σπίτι και εκεί με περίμεναν, στ' ορκίζομαι μωρό μου, τέσσερις κακάσχημες κοπέλες, η μία χειρότερη από την άλλη.
Μου έδωσαν μια μπύρα και μου λένε ότι τελικά δεν θα πάμε σε ρακάδικο, αλλά θα κάνουμε ντου στο σπίτι του γαμπρού, θα κάτσουμε με το ζόρι και θα τους φάμε όλα τα φαγιά.

   Στο άκουσμα αυτής της είδησης η χοληστερίνη μου πήρε δραμαμίνες για την υψοφοβία.
Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού, τους φάγαμε όλη τη γραβιέρα, όλους τους ντολμάδες, δυο πρόβατα και τρεις χοίρους, ενώ ηρωικά έπεσε και το παγωτό που έκανε παρέα στο καταΐφι και το γαλακτομπούρεκο. Από τη μανία μας γλύτωσε το κόκκινο κρασί γιατί πίναμε λευκό.

"Αλλάχ Αλλάχ" βόγγισα, κυλώντας σαν χειροβομβίδα στο κρεβάτι μου.

   Την επόμενη μέρα, γάμος και χαρά. Δώδεκα το μεσημέρι θα γινόταν ο γάμος κι η χαρά κι εγώ έβαλα τα ρούχα μου δώδεκα παρά δέκα κι έφυγα. 

 Με βαριά καρδιά βγήκα απ' τ' αυτοκίνητο. Δεν είχα προλάβει να πιω μισό καφέ και ο ήλιος, γεμάτος κάβλες, μου έκανε snu snu. Το δέρμα μου πονούσε, τα μάτια μου δεν άνοιγαν, ίδρωνα και γενικά είχα όλα τα συμπτώματα του βιασμού, αλλά άντεξα.

Για πότε μπήκα στην εκκλησία και για πότε βγήκα, ούτε που το κατάλαβα. Ο παπάς ήταν ταχύτατος, μάλλον πρέπει να ήταν ο Πάτερ-Γρηγόριος ο Ξεπέτας. Ο γαμπρός, η νύφη και τα πεθερικά, αφού κόλλησαν ένα μάτσο δερματοπάθειες από τα φιλήματα των προσκεκλημένων, τα μάζεψαν και αυτοί που είχαμε προσκληθεί, πήγαμε σε μια ωραία ταβερνούλα που θα γινόταν το φεστιβάλ Τριγλυκερίδιου.
Με το που μπαίνω μέσα, βλέπω τη φιλενάδα μου την Καλλιόπη και της άφησα δυο μπουκάλια χθεσινό κρασί, χωρίς να τραβήξω το καζανάκι, έτσι από αντίδραση. Fuck the system, right?

 Μαλάκα ωραία φαγιά που μας σέρβιραν!!! Και πάνω που λέω ότι αφού έφεραν τα βραστά κρέατα και το γαμοπίλαφο θα έρθει και
η τούρτα, ξεπροβάλλει από μια γωνιά μια συμμορία από ποικιλίες κρεατικών και τηγανητές πατάτες. Καβλώνω το δεξί μου φρύδι και κοιτάζω αυτά τα αποβράσματα με επιθετικό βλέμμα.
"Τι θέλετε εσείς εδώ; Δεν έχετε καμία εξουσία απάνω μου, διανύω περίοδο δίαιτας."
Χωρίς να πει τίποτα, ένα καλοψημμένο μπιφτέκει μου αστράφτει μια γροθιά και μου σπάει τη μύτη.
 Τα γάμησα όλα ρε...

Μετά είχε και ζωντανή μουσική, δυο παιδιά που έπαιζαν κιθάραφωνή και μπουζούκιφωνή. Ωραία τα είπαν και οι καλεσμένοι σηκώθηκαν να χορέψουν, αλλά όταν ήρθε η ώρα του τσιφτετελιού έγινε το αναμενόμενο:
Όπως οι γυναίκες δεν πρέπει να χορεύουν ζεμπέκικα (όχι όλες, μόνο αυτές που δεν προσβάλλονται εύκολα), έτσι και οι άντρες δεν πρέπει να χορεύουν τσιφτετέλι γιατί μοιάζουν λες και παίζουν γκέι-καράτε, ή γκέι-βον-ντο που λέω κι εγώ.
 Έχεις τη γυναίκα να κουνιέται λάγνα κι ο μαλάκας σηκώνει τα χέρια και την αρχίζει στις χειρολαβές και στα αόρατα τζάμια ανάμεσά τους, την ώρα που κουνάει τα ποδαράκια του λες και κλωτσάει σβουνιές και φοβάται μη φάει σκατό το κουτουπιέ. Κι άμα έχει και κοιλιά ο μάγκας, τότε ξεκινάνε τα γέλια και οι προσομοιώσεις πως περιστρέφεται η Γη γύρω από τον Ήλιο.  

Να δες εδώ τι κάνει ο θεός ο Βούδας
 ώπα, λάθος...
αυτό ήθελα να πω:
κλασικά πράγματα, αλλά εγώ όταν τα βλέπω μου θυμίζουν αυτό:



 Πέρασα σούπερ και βγάλαμε και φωτογραφίες, αλλά δεν μου έδωσαν καμία γιατί δεν γφξγωλξγ΄κθ ο φωτογράφος, οπότε σε κάποια φάση, μετά από δυο στάνες κρεατικά στριμώχτηκα στη θέση του οδηγού και έφυγα, ευχαριστώντας το ζευγάρι για την απόφραξη αρτηριών που μου προσέφερε.

Οδηγησα κάτω από αντίξοες συνθήκες, καθώς τα κομπολόγια στους καθρέφτες των προπορευόμενων αμαξιών με αναγούλιαζαν και τα ζώα μέσα στην κοιλιά μου απειλούσαν ότι θα ορμούσαν στο παμπρίζ μου.
Έφτασα σπίτι σε κακό χάλι και χρειάστηκε μια μακαρονάδα με κιμά για να συνέλθω.
Σήμερα είμαι μόνο με ένα πιάτο ντολμάδες κι ένα καφέ για αποτοξίνωση.

(fap-fap-fap κάβλα ανάρτηση, πάρτα μωρη αρρώστεια fap-fap-fap jizzzzz)